Ο τραυλισμός είναι μια διαταραχή του φυσιολογικού ρυθμού και ροής της ομιλίας, που δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα της έκφρασης, αλλά τη συνολική συμπεριφορά και τη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του ατόμου.

Χαρακτηρίζεται από της επαναλήψεις φωνημάτων ή συλλαβών όπως κα-κα-καλά ή σ-σ-σιγά, όπως αντικατάσταση λέξεων, και παρεμβολές  «θέλω εεεεεε να πάω». Συχνά ο τραυλισμός  εμφανίζεται σε παιδιά των 2-6 ετών και θεωρείται ως «εξελικτικός τραυλισμός», που είναι φυσιολογικός, αφού τα παιδιά αυτών των ηλικιών μπορεί να τραυλίζουν λόγω των μειωμένων γλωσσικών και αρθρωτικών ικανοτήτων, όπως το ελλιπές λεξιλόγιο.
Το δεύτερο είδος τραυλισμού ο «νευρογενής επίκτητος τραυλισμός», που οφείλεται σε νευρολογική επίκτητη  ασθένεια κληρονομική και μη, σε εγκεφαλικό τραύμα ή βλάβη στο μετωπιαίο λοβό κ. α.
Το τρίτο είδος τραυλισμού είναι ο ψυχογενής τραυλισμός, όπου οι κύριες αιτίες είναι η κατάθλιψη, η σχιζοφρένεια και σε πολλές περιπτώσεις οι έντονες παρατεταμένες περίοδοι άγχους. Στις πιο μικρές ηλικίες ο ψυχογενής τραυλισμός είναι αποτέλεσμα πολλών αιτιών. Μερικές από αυτές είναι οι συγκρουσιακές καταστάσεις μέσα στην οικογένεια, ασθένεια μέλους της οικογένειας, υπερβολικά αυστηρές τιμωρίες και αντιδράσεις από τους γονείς ή εκπαιδευτικούς και οι διάφορες φοβίες (σκοτάδι, κλειστοί χώροι, ζωοφοβία κ.α.)
Η διαταραχή του λόγου αποτελεί κοινωνικό στίγμα, αφού είναι το κύριο εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Τα άτομα που τραυλίζουν λόγω της κριτικής ή κα

 

 

ι της απόρριψης που ενδεχομένως δέχονται, πιθανόν να παρουσιάσουν χαμηλή αυτοπεποίθηση, αμηχανία, θυμό και σε ακραίες περιπτώσεις κοινωνική απομόνωση και κατάθλιψη.
Ο τραυλισμός είναι μία επίμονη διαταραχή, καθώς η αντιμετώπιση της χρειάζεται  χρόνο και συνδυασμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις, όπως η λογοθεραπεία και η ψυχολογική στήριξη. Είναι εξίσου σημαντική η έγκαιρη παρέμβαση πριν εμβαθύνει το πρόβλημα.
Οι γονείς πρέπει:

Να παρέχουν στο παιδί ένα ομαλό και ήσυχο οικογενειακό περιβάλλον.

Να έχουν συχνή και ουσιαστική επικοινωνία με το παιδί.

Να μην διακόπτουν το παιδί όταν μιλά. Ακούστε το υπομονετικά τι έχει να πει χωρίς διορθώσεις.

Να προσπαθούν να είναι όσο πιο κατανοητοί γίνεται με παύσεις στις προτάσεις και με σταθερό και αργό ρυθμό(όχι υπερβολές).

Να μην βιάζονται να απαντούν. Κάντε μικρή παύση πριν να απαντήσετε. Αυτό δίνει την ευκαιρία στο παιδί να χαλαρώσει και να επιβραδύνει το ρυθμό του.

Να μην εστιάζουν στο ότι το παιδί τραυλίζει, κρίνοντας το ή διορθώνοντας το. Εκεί που εστιάζουμε, μεγεθύνουμε το πρόβλημα αναπτύσσοντας στο παιδί το αίσθημα κατωτερότητας και  της  χαμηλής αυτοπεποίθησης. Τα παιδιά χρειάζονται από τους γονείς τους να πιστεύουν σ’ αυτά και στις δυνατότητες τους.

Ευάγγελος Ορφανίδης – εγγεγραμμένος Κλινικός ψυχολόγος 
angelospsy@gmail.com