Η συμπεριφορά των ατόμων αλλάζει όταν δρουν μέσα στην ομάδα. Από αυτή την παρατήρηση προκύπτουν μερικά ερωτήματα που θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε. Γιατί τα άτομα που αποτελούν το όχλο χάνουν την ατομικότητα τους. Μήπως με την απουσία της ατομικότητας, απουσιάζει και η προσωπική ευθύνη;
Τα βασικά χαρακτηριστικά του όχλου είναι η ανυπαρξία κριτικού πνεύματος, η έλλειψη νόησης, ο αποπροσανατολισμός των προσωπικών συναισθημάτων και σκέψεων, η αυταρχικότητα, ο συμβιβασμός, η αφέλεια, η ευπιστία, και ο παρορμητισμός επειδή ο όχλος κυριεύεται από το αίσθημα της παντοδυναμίας και του αλάθητου.
Η αρχή της Ψυχολογίας του Όχλου, στηρίζεται στη δύναμη της υποβολής. Αυτός που ηγείται του όχλου, ο δημαγωγός, έχει την ικανότητα και την γνώση για τον τρόπο που λειτουργεί ο όχλος. Κατά τον Γκυστάβ Λε Μπον, πατέρα της ψυχολογίας των μαζών, «οι ηγέτες των μικρών ανθρώπινων ομάδων, ήταν κατά ασυνείδητο τρόπο πάντοτε ψυχολόγοι, ενώ διέθεταν ενστικτώδη και συχνά πολύ σίγουρη γνώση για την ψυχή των όχλων».
Τα άτομα που απαρτίζουν τον όχλο, τελούν υπό ψυχολογική επιρροή και αντιδρούν ομοιόμορφα. Στον όχλο τα άτομα δεν αντιδρούν μεμονωμένα, αλλά ως συνθετικά μόρια του όχλου δημιουργήθηκε. Για παράδειγμα, ένα εξαγριωμένο πλήθος δεν συλλογίζεται ούτε διαβουλεύεται. Κατά τον Λε Μπον, «δέχεται ή απορρίπτει τις ιδέες χονδρικά, χωρίς να ανέχεται ούτε συζήτηση ούτε αντιλογία».
Οι πράξεις του όχλου δεν κινούνται βάση λογικής αλλά επηρεάζονται άμεσα από την επίδραση των ευμενών ή δυσμενών αισθημάτων που δημιουργούνται από τις εντυπώσεις της στιγμής. Όπως αναφέρθηκα πιο πάνω, οι όχλοι δεν συμβαδίζουν με την λογική σκέψη ούτε με την συνέπεια των πράξεων τους, αλλά είναι ευμετάβλητα υποχείρια με την αίσθηση της παντοδυναμίας. Ο όχλος μεταμορφώνει την προσωπικότητα όσων τον αποτελούν. Εντός του, όλα τα άτομα ανεξαιρέτως, ο μορφωμένος και ο αμόρφωτος, ο έξυπνος και ο βλάκας, έχουν όμοια ικανότητα κριτικής των πράξεων τους. Οι όχλοι στερούνται του μέτρου και κινούνται στα άκρα. Όταν απεχθάνονται μισούν και όταν αγαπούν λατρεύουν.
Μόνο λίγοι και εκλεκτοί, ιδεολόγοι επαναστάτες, κατορθώνουν να ξεφεύγουν από την επιρροή του υποβάλλοντος και του υποβαλλόμενου και συνεχίζουν να αγωνίζονται για το κοινό καλό.

Ο Αντόρνο, που είχε από πρώτο χέρι εμπειρία στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, υποπτεύεται ότι το πλήθος δεν πολυπιστεύει τους ηγήτορές του ούτε ταυτίζεται απόλυτα με τα μηνύματά τους: παριστάνει ότι ταυτίζεται, υποκρίνεται τον ενθουσιασμό του, ώστε συμμετέχει σε μια παράσταση. «Είναι πιθανόν, η υποψία ότι η ομαδική τους ψυχολογία έχει κάτι το ψεύτικο, το εικονικό να κάνει τα φασιστικά πλήθη τόσο αμείλικτα. Γιατί αν σταματούσαν να συλλογιστούν για ένα δευτερόλεπτο, όλη η παράσταση θα γινόταν κομμάτια και θα έμεναν με τον πανικό τους», γράφει ο Γερμανός φιλόσοφος.

Ο Πυθαγόρας έλεγε: «Τας λεωφόρους μη βαδίζειν». Δηλαδή να μην συντάσσεσαι με την γνώμη των πολλών. Και «Των δ’ άλλων αρετή ποιού φίλον όστις άριστος» («Χρυσά Έπη») Δηλαδή να κάνεις φίλο σου μόνο όποιον είναι άριστος στην αρετή. (Τα στοιχεία είναι από το βιβλίο «πολιτική προπαγάνδα» 1970.)

 

Βιβλιογραφία: «Η Ψυχολογία των μαζών (ή των όχλων)» («The Crowd: A Study of the Popular Mind», 1895). Εκδότης Ζήτρος

 

Ευάγγελος Ορφανίδης Κλινικός Ψυχολόγος