Η πυρομανία είναι μια ακατανίκητη ανάγκη του ατόμου να ανάβει φωτιές, και σύμφωνα με την Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία, είναι μια πολύ σπάνια διαταραχή ελέγχου της παρόρμησης, διαταραχή διαγωγής ή διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας. Η συχνότητα εμφάνισής αυτής της διαταραχής στον πληθυσμό είναι μικρότερη από 1% και το 90% από αυτούς που διαγνώστηκαν κλινικά με πυρομανία είναι άντρες.

Ο πυρομανής βιώνει αρχικά έντονη συναισθηματική διέγερση στην ιδέα του εμπρησμού όπως και κατά την πράξη. Μετά την πρόκληση του εμπρησμού το βίωμα μετατρέπεται σε ένα βαθύ αίσθημα ανακούφισης και χαλάρωσης. Τα όποια αισθήματα δυσθυμίας και άγχους είχε βιώσει, αποβάλλονται με τη θέα των φλογών. Αφού αποχωρήσει μετά την πράξη του, σχεδόν πάντα επανέρχεται στον τόπο της φωτιάς, για να δει αυτά που προκάλεσε. Ο πυρομανής συνήθως έχει επίγνωση της βαρύτητας της πράξης του και για αυτό είναι ικανός για τον καταλογισμό της. Αυτό που παρατηρείται συχνά είναι ότι το άτομο δεν επιζητεί τον θάνατο ανθρώπων με τη φωτιά που βάζει, όμως, όπως είναι αναμενόμενο, δεν μπορεί να ελέγξει τις συνέπειες της πυρκαγιάς που προκαλεί.

 

Ποια είναι τα διαγνωστικά κριτήρια;

Α. Επαναλαμβανόμενες πράξεις ή απόπειρες εμπρησμού περιου­σίας τρίτων χωρίς εμφανές κίνητρο.

Β. Ένταση ή συγκινησιακή διέγερση πριν από τον εμπρησμό.

Γ. Ενδιαφέρεται για τη θέαση της φωτιάς ή ελκύεται από αυτήν και το πλαίσιό της – π.χ., φλεγόμενα υλικά κτλ.

Δ. Νιώθει ευχαρίστηση ή ανακούφιση όταν βάζει φωτιές ή συμ­μετέχει σε αυτό που επακολουθεί.

Ε. Οι εμπρησμοί δε γίνονται για οικονομικά οφέλη ή ως κοινωνι- κή-πολιτική ιδεολογία ή για να κρύψει κάποια εγκληματική ε­νέργεια ή ως εκδίκηση, θυμό ή ως απάντηση σε κάποια παρα- ληρητική ιδέα ή ψευδαίσθηση ή ως αποτέλεσμα μειωμένης νοητικής κατάστασης ή ικανότητας (π.χ., νοητική καθυστέρη­ση, άνοια).

ΣΤ. Οι εμπρησμοί δεν εξηγούνται καλύτερα ως διαταραχή της δια­γωγής, μανία ή αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας

 

Μιλάμε λοιπόν για πυρομανία όταν:

Α. Υπάρχουν δύο ή περισσότερες πράξεις εμπρησμών χωρίς εμφα­νές κίνητρο.

 

Β. Το άτομο περιγράφει μια έντονη τάση που το ωθεί να βάλει φω­τιά σε αντικείμενα με ένα αίσθημα έντασης πριν από την πράξη και ανακούφιση μετά τον εμπρησμό.

 

Γ. Το άτομο διακατέχεται απ» σκέψεις ή φαντασιώσεις εμπρησμού ή από τις περιστάσεις γύρω από την πράξη – π.χ., τηλεφωνήμα­τα στην Πυροσβεστική Υπηρεσία.

 

Ευάγγελος Ορφανίδης

Εγγεγραμμένος Κλινικός Ψυχολόγος