Παρόλο που η ταινία μας δίνει απλόχερα αρκετά μηνύματα αυτό που εκ πρώτης όψεως μου τράβηξε την προσοχή ήταν στην αρχή της ταινίας όπου βλέπουμε την Μάλορι, μια μητέρα αποστασιοποιημένη, χωρίς καμία διάθεση συναισθηματικής εμπλοκής με το παιδί της.

Τη δεκαετία του 1960, ο Donald Winnicott μίλησε για την «αρκετά καλή μητέρα» ως η φροντιστική μητέρα που διαθέτει τον εαυτό της για να χρησιμοποιηθεί από το παιδί, ώστε να καλύψει τις ανάγκες του για τροφή, ασφάλεια, αγάπη και «καθρέφτισμα». Η αρκετά καλή μητέρα είναι αυτή που χτίζει τα κανάλια επικοινωνίας του παιδιού με τον έξω κόσμο αλλά και με τον εαυτό του.
Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως η «αρκετά καλή μητέρα» του Winnicott δεν υφίσταται. Και εδώ μιλούμε πλέον για το σύμπλεγμα της «νεκρής μητέρας» (αναλύθηκε διεξοδικά από τον Γάλλο Ψυχαναλυτή Αντρέ Γκριν).
Το σύμπλεγμα δεν αναφέρεται στον φυσικό θάνατο της μητέρας αλλά αυτό που περιγράφει είναι την αδυναμία της να «μπει» στον μητρικό ρόλο προβάλλοντας δυσφορία για τη σχέση της με το παιδί, τη δυσαρέσκεια δηλαδή που αισθάνεται η ίδια για τον εαυτό της. Μάλιστα, για να μη βιώσει τον θυμό που διατηρεί προς τον εαυτό της (π.χ., που έκανε παιδί ενώ στην πραγματικότητα δεν ήθελε), προτιμά να εκλογικεύει την κατάσταση και να θυμώνει λέγοντας ότι το παιδί της είναι αρκετά απαιτητικό, δεν συμμορφώνεται με αυτά που εκείνη θέλει, πεινάει συχνά κ.ά.

Το σύμπλεγμα της «Νεκρής Μητέρας» σχετίζεται με τις συνέπειες της κατάθλιψης της μητέρας, μιας κατάθλιψης που με βίαιο τρόπο στερεί από το παιδί ξαφνικά στην αρχή της ζωής του την πηγή της ζωτικότητας, τη ζωντανή, συναισθηματικά παρούσα μητέρα του.
Η κατάθλιψη στην οποία αναφερόμαστε, συμβαίνει στη μητέρα λόγω κάποιου αιφνιδίου γεγονότος στο περιβάλλον της, ένα πένθος με το οποίο έρχεται αντιμέτωπη είτε λόγω κάποιας απώλειας συγγενικού προσώπου ή λόγω αποβολής ενός άλλου παιδιού είτε λόγω οικονομικής δυσχέρειας, εξωσυζυγικής σχέσης του πατέρα κλπ.

Ευάγγελος Ορφανίδης

Κλινικός ψυχολόγος