Πολλά λέγονται και γράφονται γύρω από θέματα που αφορούν τις ψυχικές διαταραχές και τις θεραπείες τους.

Αυτό που θεωρώ ιδιαίτερα επιβλαβή είναι το μύθο ότι τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν εξάρτηση. Αυτή η σύγχυση οφείλεται στην παραπληροφόρηση και πιθανό στην ανάπτυξη του συνδρόμου απόσυρσης-διακοπής κατά την μείωση και διακοπή της αντικαταθλιπτικής αγωγής.

Συχνά άτομα που με προσεγγίζουν, όταν πια οι αντιστάσεις στις αυξανόμενες απαιτήσεις της κοινωνίας μας αλλά και η γενετική προδιάθεση, τους έχει οδηγήσει σε μια ζωή πολύ κατώτερη σε ποιότητα από αυτή που έχουν δικαίωμα να ζήσουν, η απάντηση είναι η φαρμακευτική αγωγή. Εντούτοις οι αντιστάσεις, κρύβουν αυτό τον αβάσιμο φόβο της εξάρτησης από την αντικαταθλιπτική αγωγή. Όμως τα αντικαταθλιπτικά ΔΕΝ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ.

Μια ουσία για να θεωρηθεί εξαρτησιογόνως (όπως για παράδειγμα το αλκοόλ) πρέπει να οδηγεί το άτομο σε μείωση της λειτουργικότητας του. Η χρήση πρέπει να χαρακτηρίζεται από την λεγόμενη «ανοχή» δηλαδή την ανάγκη για λήψη έντονα αυξανόμενων ποσοτήτων της ουσίας για  να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα ή, σε περίπτωση συνέχισης λήψης της ίδιας ποσότητας, ελαττωμένο αποτέλεσμα. Επιπλέον, την ανάπτυξη στερητικού συνδρόμου που χαρακτηρίζεται από σύνολο συμπτωμάτων, συχνά αντίθετα από τα συμπτώματα τα οποία προκαλούνται από την ουσία, όταν αυτή διακοπεί.

Στην εξάρτηση το άτομο χάνει τον έλεγχο και λαμβάνει μεγαλύτερες δόσεις και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ότι αρχικά είχε σκοπό και παρόλο που μπορεί να υπάρχει επίμονη επιθυμία, συχνά αποτυγχάνει να διακόψει, να ελαττώσει ή ακόμη να ελέγξει την χρήση. Στην συνέχεια η χρήση στην εξάρτηση είναι πια ΖΩΗ. Όλος ο χρόνο του ατόμου σε εξάρτηση ξοδεύεται σε ότι είναι απαραίτητο για να αποσπάσει την ουσία, οι φίλοι, η οικογένεια και η εργασία περιθωριοποιούνται και σιγά σιγά εξαφανίζονται. Αυτό μπορεί να γίνεται αντιληπτό από το άτομο σε εξάρτηση, οι αντιστάσεις όμως είναι μηδενικές.

Η χρήση των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων έχει ως σκοπό και ως αποτέλεσμα την βελτίωση της ποιότητας ζωής και της λειτουργικότητας του ατόμου σε όλους του βασικούς τομείς. Δεν χαρακτηρίζεται από ανοχή ή σύνδρομο στέρησης. Το άτομο δεν νιώθει και δεν είναι δέσμιο της χρήσης της ουσίας.

Σύγχυση συχνά δημιουργείται όταν συστήνεται προσοχή στην ελάττωση και διακοπή της αντικαταθλιπτικής  αγωγής ή όταν εμφανίζεται το σύνδρομο απόσυρσης- διακοπής της αντικαταθλιπτικής αγωγής. Το σύνδρομο απόσυρσης-διακοπής ΔΕΝ είναι σύνδρομο στέρησης, εμφανίζεται μετά από ελάττωση ή/και διακοπή αντικαταθλιπτικής αγωγής, διαρκεί συνήθως 1-7 μέρες και προκαλεί ήπια μέχρι μέτρια δυσφορία ΔΕΝ είναι επικίνδυνο!

Το σύνδρομο απόσυρσης- διακοπής μπορεί να αποφευχθεί με καθοδήγηση από ειδικά διαμορφωμένο σχήμα ελάττωσης και διακοπής του σκευάσματος από ψυχίατρο.

Δρ Οριάνα Χαραλαμπίδου – Ψυχίατρος